Άρθρο της Μαίρης Διακολιού, Δικηγόρου

Στις 18/9/2013 ο νεαρός καλλιτέχνης και ακτιβιστής αντιφασίστας Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε από τον Γιώργο Ρουπακιά, οπαδό της Χρυσής Αυγής. Υπό άλλες συνθήκες, η πολιτική τοποθέτηση των δύο ανδρών θα ήταν αδιάφορη για την νομική αντιμετώπιση της στυγερής αυτής ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Εν προκειμένω, όμως, κατόπιν της τέλεσης του εγκλήματος αυτού και αφού επεξεργάστηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από τις έρευνες, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές κατηγόρησαν σημαντικό αριθμό σημαινόντων στελεχών της Χρυσής Αυγής και οδηγήθηκαν ακόμη και στην προφυλάκιση πολλών εξ αυτών, ακόμη και του προέδρου της.

Κρίνοντας από τα στοιχεία της δικογραφίας που έλαβαν το φως της δημοσιότητας και από την τρέχουσα ειδησεογραφία, είναι αναμφίλεκτο ότι -παρά τους εύλογους δισταγμούς να χαρακτηριστεί η δολοφονία αυτή ως «πολιτικό έγκλημα» με βάση τις νομικές θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί για τον προσδιορισμό της εννοίας του- η ειδεχθής πράξη του Ρουπακιά έχει με σαφήνεια σοβαρές πολιτικές προεκτάσεις.

Ο πολιτικός φορέας που ο Ρουπακιάς υποστηρίζει, η Χρυσή Αυγή, δεν είναι η πρώτη φορά που έχει εμπλακεί σε πράξεις βίας και εκδηλώσεις μίσους. Εντελώς ενδεικτικά υπενθυμίζουμε τα περιστατικά με την επίθεση και τους προπηλακισμούς κατά μικροπωλητών στη Ραφήνα με επικεφαλής τους βουλευτές Γερμενή και Ηλιόπουλο, την επίθεση με μολότωφ σε κομμωτήριο αλλοδαπού και τον τραυματισμό πελάτη του ίδιου κομμωτηρίου με μαχαίρι, το θανάσιμο τραυματισμό Πακιστανού με μαχαίρι στα Κάτω Πετράλωνα και την πρόσφατη επίθεση πάλι ενάντια σε Πακιστανό με σιδηρογροθιά στον Πειραιά, που αποτελούν μικρό μόνο μέρος της λίστας των εγκληματικών περιστατικών που περιήλθαν σε γνώση της Δικαιοσύνης, των οποίων επιστέγασμα υπήρξε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Εκτός αυτών, τα μέλη της Χρυσής Αυγής σε ηγετικό επίπεδο, όπως αποκάλυψε η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών τους συνομιλιών, βρίσκονταν σε επικοινωνία μεταξύ τους για να συγκαλύψουν τη σχέση του Ρουπακιά με τους ίδιους και τη Χρυσή Αυγή, ενώ κινητοποιούσαν κατά το δοκούν τα «τάγματα εφόδου» που είχαν στρατολογηθεί, συγκροτηθεί και εκπαιδευθεί με πρωτοβουλία και ενέργειες του ιδίου νεοναζιστικού μορφώματος.

Από όλα αυτά τα δεδομένα, από τα οποία δεν είναι δυνατό να παραλειφθεί και η διασύνδεση της Χρυσής Αυγής με τον Τάκη Μπαλτάκο, τότε γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, προέκυψαν βάσιμες ενδείξεις –αν όχι αποδείξεις, για να μην προκαταλάβουμε το έργο της Δικαιοσύνης- ότι η Χρυσή Αυγή δρούσε συστηματικά ως εγκληματική οργάνωση.

Μάλιστα, πέραν της επίσημης κατηγορίας εναντίον της Χρυσής Αυγής για εγκληματική δράση κατά τα ανωτέρω, δέον να σημειωθεί η περίπτωση του Αγ. Παντελεήμονα, της γειτονιάς των Αθηνών όπου η Χρυσή Αυγή πρωτοανδρώθηκε, απέκτησε δεξαμενή εμπιστοσύνης στους κατοίκους και η οποία γειτονιά αποτέλεσε εφαλτήριο για την πρώτη εκλογική νίκη της Χρυσής Αυγής με την είσοδό της στο ΔΣ Δήμου Αθηναίων, ώστε μέσα από τη δράση της εκεί να της δοθεί η ευκαιρία να ξεδιπλώσει στο Πανελλήνιο τονπροπαγανδιστικό της λόγο. Σ’ αυτήν ακριβώς τη γειτονιά, στον Αγ. Παντελεήμονα, λίγο χρόνο αργότερα απεδείχθη ότι ο Δ/ντής του οικείου Αστυνομικού Τμήματος ήταν συνεργάτης της Χρυσής Αυγής και κάλυπτε, όπως και άλλοι αστυνομικοί, τη δράση της. Το γεγονός αυτό είναι ένα από τα πολλά συναφή παραδείγματα –ίσως όμως το πιο θεαματικό- που αποδεικνύει τη στενή σχέση του κρατικού και ιδίως του κατασταλτικού μηχανισμού με την Χρυσή Αυγή, προσδίδοντάς της ένα παρακρατικό φόντο –κι αυτή, είναι ακόμα μία πολιτική διάσταση στο γεγονός της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα.

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η χρυσή Αυγή στις δεκαετίες ’90 και 2010 ήταν μια περιθωριακή ομάδα που πολλές φορές έδρασε ως μηχανισμός διαμαρτυρόμενων πολιτών εναντίον αριστερών κινηματικών οργανώσεων, σε συνεργασία ή ακόμα και καθ’ υπόδειξη των κατασταλτικών μηχανισμών. Αυτή η παρακρατική της φύση ήταν που, από την αρχή της μνημονιακής εποχής, της επέτρεψε να λειτουργήσει ως συστημική ανάδραση ενάντια στο λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας, γεγονός που αποδεικνύεται αδιαστίκτως, αν αναλογιστούμε ότι η Χρυσή Αυγή πέταξε την «μάσκα» του αντιμνημονιακού και αντισυστημικού κόμματος στηρίζοντας πολιτικά ή με τη θετική της ψήφο στη Βουλή μία σειρά νομοσχεδίων υπέρ της κερδοφορίας του κεφαλαίου και των μνημονιακών πολιτικών, όπως τη θετική της ψήφο για την εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές ή για τις φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών.

Υπό το πλαίσιο αυτό, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό που πρέπει να αντιμετωπιστεί αυστηρά με όρους ποινικού δικαίου, ούτε ένα γεγονός που ανήκει στο παρελθόν και που η αναφορά σε αυτό αποτελεί καπήλευση της μνήμης του, όπως κάποιοι κακόβουλα ή υπεραπλουστευμένα θέλουν να μας πείσουν, αλλά αντίθετα, έχει ιδιαίτερο πολιτικό χαρακτήρα που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορα τα θεσμικά πολιτικά όργανα μιας δημοκρατικής πολιτείας, όπως πχ. το ΔΣ Αμαρουσίου, ούτε κανέναν ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.